ΑΡΧΙΚΗ | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ | ΣΤΗΛΗ ΑΝΑΛΑΤΟΣ | Έχω τον Βαμβακούλα διπλό!

Έχω τον Βαμβακούλα διπλό!

image

Αφορμή για να γράψω τα παρακάτω, στάθηκε μια ιστορία που διάβασα πριν μερικές μέρες με ήρωα τον Νίκο Βαμβακούλα και την οποία «ω του θαύματος» δεν είχα ξανακούσει. Γιατί όπως και να το κάνουμε, όσο και αν το όνομα Βαμβακούλας αναφέρεται σε συζητήσεις ανεκδοτολογικού περιεχομένου με συχνότητα ανάλογη του «Τοτού», όσο κι αν ο μύθος και η φιλολογία περί του αν πραγματικά συνέβησαν οι εν λόγω ιστορίες αγγίζουν τα αντίστοιχα του Ψαραντώνη, δεν είναι και εύκολο να βρεις μια νέα ιστορία του «λαϊκού» πλέον αυτού ήρωα που να μην έχει αναπαραχθεί επανειλημμένως.

Αναφέρει λοιπόν ο θρύλος ότι ο αειθαλής Νίκος παίζοντας σε κάποιο ερασιτεχνικό αγώνα ως παλαίμαχος πλέον και ενώ επιχειρούσε μία εφόρμηση, ανεμίζοντας την επική πλούσια κόμη του, άμυαλος νεαρός ποδοσφαιριστής της αντιπάλου ομάδας του κατέφερε βάναυσο τάκλιν. Η αντίδραση λοιπόν του Βαμβακούλα αφού κόλλησε ως άλλος ταύρος το κούτελο του σε αυτό του αντιπάλου ήταν περίπου τα παρακάτω λόγια: «Τι βαράς ρε; Εμένα ρε; Εμένα με είχες στα χαρτάκια»!!!

Άρχισα λοιπόν να ανακαλώ κάποιες μνήμες από την παιδική ηλικία προκειμένου να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα σχετικά με το τι είναι αυτό το «κάτι» που μας έκανε να παθιαζόμαστε ως παιδιά με τα «χαρτάκια», να κολλάμε, να ξεκολλάμε, να ανταλλάζουμε, να παίζουμε, μέχρι που σήμερα καμιά εικοσιπενταριά χρόνια αργότερα.........να κάνουμε ακριβώς τα ίδια.

Η παθιασμένη αυτή σχέση νομίζω ότι ξεκίνησε για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους, μια και η μεγάλη αρχή για τους περισσότερους έγινε σε κάποια μεγάλη διοργάνωση, συνήθως μουντιάλ, και τα δώρα που συνόδευαν την συμπλήρωση των άλμπουμ δεν άφηναν κανέναν εκολαπτόμενο Πάολο Ρόσι ασυγκίνητο, και η προοπτική απόκτησης μιας «δερμάτινης μπάλας» που θα αντικαθιστούσε τα μπουκαλάκια πορτοκαλάδας που χρησιμοποιούσαμε στα διαλείμματα, φάνταζε άκρως δελεαστική. Αν και κατά πάσα πιθανότητα η μπάλα του βραβείου θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα πλαστική, στα μάτια μας φάνταζε «Adidas Tango Espana ‘82».

Όχι βέβαια ότι καταφέραν και πολλοί να συμπληρώσουν τα άλμπουμ και να κερδίσουν στην συνέχεια, με οποιονδήποτε τρόπο που δεν θυμάμαι κι αν γινόταν αυτό. Το πρόβλημα ήταν τα λεγόμενα «καρασπάνια χαρτάκια» τα οποία δεν σου «έπεφταν» ποτέ, όσα φακελάκια κι αν αγόραζες, η ύπαρξη των οποίων αλλά και των κατόχων τους είχαν φτάσει σε επίπεδα αστικού μύθου ανάλογου με τους κροκόδειλους στους υπονόμους της νέας Υόρκης. Πάλευες ρε παιδί μου που λέει ο λόγος να βρεις τον Σαραβάκο, έπαιρνες και ξανάπαιρνες φακελάκια, έτρωγες τα χαρτζιλίκια σου, ξεψάχνιζες τα διπλά των φίλων μπας και ξεπεταχτεί από πουθενά ο «μικρός», αλλά ματαίως. Όσα φακελάκια κι αν άνοιγες, όσες στοίβες διπλών και αν ανακάτευες all you finally got was….Μπατσινίλας! Πάλι καλά που την περίοδο εκείνη κυκλοφορούσαν και χαρτάκια με καλλιτέχνες, οπότε μπορούσες να χρησιμοποιήσεις έναν διπλό Μπατσινίλα ως Γερολυμάτο σε περίπτωση που σου έλειπε.

Ένας παράγοντας που έπαιξε επίσης πολύ σημαντικό ρόλο είναι η ανθρώπινη φύση, και πιο συγκεκριμένα δύο χαρακτηριστικά του ανδρικού κυρίως φύλου. Ως άνδρας είναι ως γνωστόν ένα ον που λατρεύει να συλλέγει. Του αρέσουν οι συλλογές κάθε είδους, ανεξαρτήτως χρησιμότητας, τις οποίες δημιουργεί με πάθος και προσήλωση και προφυλάσσει με κάθε τρόπο και ατελείωτη στοργή, μέχρι που κάποιο άτομο του αντιθέτου φύλου, αναλόγως την ηλικία που δημιουργούνται, να τις εξαφανίσει. Όταν δε αυτή η αγάπη για δημιουργία μιας συλλογής συνδυαστεί με μία συγκεκριμένη μεθοδολογία και πρακτική, τότε η πόρωση, το δέσιμο, η εξάρτηση κορυφώνεται. Για τον άντρα η ιδέα ότι παράγει κάτι, έστω και αν δεν έχει πρακτική αξία ή αντίκρυσμα, ότι συμβάλλει στο να μεγαλώσει το δικό του δημιούργημα, αποτελεί ένα άριστο αφροδισιακό. Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με τα χαρτάκια, όπου αν προσθέσει κανείς και την αίσθηση του τζόγου το θέμα απογειώνεται. Και εξηγούμαι:

Η απόκτηση νέων κομματιών για την συλλογή, δεν εξαντλούταν μόνο στην αγορά από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Υπήρχαν τρεις ακόμα τρόποι να αυγατίσεις τα χαρτάκια σου. Οι ανταλλαγές των διπλών σου με διπλά άλλων, να παίξεις τα διπλά σου, και το γιουρούσι! Προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα παραπάνω θα παραθέσω ένα προσωικό βίωμα που με σημάδεψε, γι’αυτό  και το θυμάμαι με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες μέχρι σήμερα.

Το σκηνικό κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στην αυλή του 9ου Δημοτικού Σχολείου Ηρακλείου. Μαθητής τρίτης δημοτικού τριγυρνάω στην αυλή κατά την διάρκεια διαλείμματος, όταν κάποια στιγμή ακούγεται ο πολεμικός αλλαλαγμός που δημιουργούσε σε όλους μια εγρήγορση προκειμένου να εντοπιστεί το σημείο της μάχης.....ΓΙΟΥΡΟΥΟΥΟΥΣΙΙΙΙΙΙ!!!!!! Αυτό σήμαινε ότι εντός ολίγου σε κάποιο σημείο της αυλής, κάποιος, συνήθως των μεγαλύτερων τάξεων, από αυτούς με τα τεράστια «πακάκια» από χαρτάκια, για τους οποίους ήμασταν σίγουροι ότι για να έχουν τόσα πολλά διπλά οι πατεράδες τους ήταν ή εφοπλιστές ή περιπτεράδες, αφού είχε εκπληρώσει τον στόχο του, είχε συμπληρώσει ότι ήθελε, έβαζε στόχο μια νέα συλλογή, ή απλά νιώθωντας πλήρης και ικανοποιημένος από την ζωή του αποφάσισε να φανεί φιλεύσπλαχνος και να χαρίσει τα χαρτάκια του. Προκειμένου όμως να φανεί δίκαιος και για να κάνει και λίγο μπούγιο, στεκόταν σε μία γωνία, μετρούσε μέχρι το τρία, και ανφωνώντας γιουρούσιιιι, πετούσε τα χαρτάκια του στον αέρα και «όποιος πρόλαβε τον κύριο οίδε».

Αν και συνήθως δεν ήταν εύκολο να προλάβεις να μαζέψεις πολλά, μια και το σπρώξιμο που έπεφτε ήταν αβάσταχτο, αυτή τη φορά βρέθηκα ξαφνικά με μια τρομερά μεγάλη για τα δεδομένα μου ποσότητα. Το αμέσως επόμενο βήμα και αφού είχε γίνει το απαραίτητο γρήγορο τσεκάρισμα προκειμένου να διαπιστωθεί αυτό που ήταν γνωστό εκ των προτέρων, ότι είχα μόλις αποκτήσει καμιά εικοσαριά Μπατσινίλες ακόμα, ήταν οι ανταλλαγές. Γιατί πόσους Γερωλυμάτους πια να αντικαταστήσεις, πόσους να κολλήσεις στο πλάι του ψυγείου ή σε κάνα γραφείο; Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά! Εντοπίζοντας λοιπόν το παγκάκι που γίνονταν οι ανταλλαγές βρήκα έναν άλλο «συλλέκτη», δύο με τρία χρόνια μεγαλύτερο, με τον οποίο και ξεκινήσαμε τις διαπραγματεύσεις. Αφού όμως δεν καταφέραμε να συμφωνήσουμε, μια και οι κουβέντες τύπου, -Θα μου δώσεις τον Μαύρο που δεν τον έχω; -Όχι ρε είναι σπάνιος! –Σου δίνω τρία όποια θές –Όχι θέλω έξι –Να σου δώσω τον Γκαλίτσιο; -Τι να τον κάνω; Τον έχω τέσσερις φορές κ.λ.π.κ.λ.π., δεν έβγαλαν πουθενά, αποφασίσαμε να τα παίξουμε.

Θα μπορούσα βέβαια να μείνω σε αυτή την μεγάλη ποσότητα που απρόσμενα είχε βρεθεί στα χέρια μου, αλλά τα πολλά διπλά, ο πυρετός του τζόγου και η επιθυμία για νίκη, με δελέασαν. Ξεκινήσαμε στην αρχή με το λεγόμενο «χτυπητό». Οι κανόνες προέβλεπαν ότι ο ένας χώριζε τα χαρτάκια του σε δύο «πακάκια», και ο άλλος αποφασίζοντας πόσα θέλει να ποντάρει επέλεγε σε ποιο από τα δύο το χαρτάκι που βρισκόταν στην κάτω μεριά του είχε μεγαλύτερο αριθμό. Στην συνέχεια και αφού πέρασε λίγη ώρα χωρίς να ανοίγεται κανείς ιδιαίτερα αποφασίσαμε να το γυρίσουμε στο «ριχτό». Σε αυτή την περίπτωση οι δύο παίκτες έριχναν διαδοχικά από ένα χαρτάκι πάνω στου άλλου έτσι ώστε να φαίνονται οι αριθμοί τους. Μόλις κάποιος έριχνε ένα που ο λήγοντας του ήταν ίδιος με του προηγούμενου, αυτομάτως έπαιρνε όλα όσα είχαν πέσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η ώρα περνούσε, τα χαρτάκια έπεφταν με τρελούς ρυθμούς μα κανείς δεν πετύχαινε ίδιο λήγοντα. Η στοίβα μεγάλωνε και είχαμε πια ρίξει όλα μας τα χαρτάκια, πηγαίνοντας προς μοιρασιά αν τελείωναν και των δύο μας. Ξαφνικά πάνω που η αγωνία ήταν στο κόκκινο, το κουδούνι που χτύπησε για το τέλος του διαλείμματος με έβγαλε από τον πυρετό του παιχνιδιού και μου τράβηξε για μια στιγμή την προσοχή. Το επόμενο που είδα ήταν ο αντίπαλος να τρέχει προς την τάξη του παίρνοντας όλα τα χαρτάκια μαζί του.

Το συγκεκριμένο περιστατικό το πήρα βαρέως όπως καταλαβαίνει κανείς, μια που δεν μπορούσα να κάνω και κάτι λόγω της διαφοράς ηλικίας και διαστάσεων. Αυτό σκεφτόμουν και μετά από μερικές μέρες όταν μετά το μάθημα κρητικών χορών συνάντησα τον αντίπαλο ο οποίος με ρώτησε: -Μου κάκιωσες; Χωρίς βεβαίως να μου επιστρέψει τίποτα. –Έχε χάρη είπα από μέσα μου. Έχε χάρη που είσαι δεκαπέντε πόντους ψηλότερος και που πρέπει να πάω σπίτι να προλάβω τους Ντιούκς!!!

Η επιτυχία βέβαια των συλλογών αυτών δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους παραγωγούς τους οι οποίοι προσπάθησαν να επεκτείνουν και εν τέλει να εκφυλλίσουν το «σπορ» βγάζοντας αντίστοιχα άλμπουμ άλλης θεματολογίας, από «Κάντυ Κάντυ» μέχρι «Τόλμη και Γοητεία». Ακόμα θυμάμαι μία θειά μου που ερχόταν σπίτι μας φορτωμένη με τα άλμπουμ «Στρουμφάκια» από τα ξαδέρφια μου για ανταλλαγές με τα δικά μας.

Αξιομνημόνευτη βέβαια μέσα σε όλα αυτά τα θλιβερά υποκατάστατα, μία παρμεφερής συλλογή, που έβρισκε κανείς μαζί με τσίχλες, η συμπλήρωση της οποίας έκανε πλούσιους τους οικογενειακούς οδοντιάτρους μας. Με αυτές τις κάρτες μάθαμε και αγαπήσαμε για πρώτη φορά τον «Πόλεμο των άστρων».

Βασικά όμως και χωρίς να αναιρείται τίποτα από τα παραπάνω, το μυστικό της επιτυχίας και της διαχρονικότητας των συγκεκριμένων συλλογών ήταν ότι ξεκίνησαν και συνδέθηκαν με την μπάλα, με το ποδόσφαιρο, με τους πραγματικούς ήρωες των παιδικών μας χρόνων. Αυτούς που ήταν πιο δυνατοί από τον Σούπερμαν και τον Μπάτμαν, πιο καταφερτζήδες από τον Αστερίξ και τον Λούκυ Λουκ. Αυτή η έμφυτη συνήθεια να κλωτσάμε ότι βρίσκαμε στον δρόμο περπατώντας, από καπάκια μέχρι πέτρες, η εφευρετικότητα μας για επικούς αγώνες στα διαλείμματα χρησιμοποιώντας κουτάκια αναψυκτικών, πλαστικά μπουκάλια χυμού και κάθε είδους μπαλάκι, ή στο σπίτι μαξιλάρια και φουσκωτά μπαλόνια, αυτά μας έκαναν ακόμα και σήμερα να ανταλλάζουμε χαρτάκια με μουστακαλήδες που φοράνε σορτσάκια!

Για παρατηρήσεις, σχόλια, ελείψεις, διορθώσεις: [email protected]

 

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0 σχολιάστηκε):

Σχολιάστε το άρθρο comment
Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:
  • email Αποστολή σε φίλο
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Απλό κείμενο
5.00
Sporfm
Powered by IT Development