ΑΡΧΙΚΗ | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ | ΣΤΗΛΗ ΑΝΑΛΑΤΟΣ | Παστέλι, μαντολάτο και σπαστό καφεδάκι!

Παστέλι, μαντολάτο και σπαστό καφεδάκι!

image Φωτογραφία: ofipic.blogspot.gr

Η επιθυμία ή ίσως η περιέργεια γεννήθηκε πολύ νωρίς, όταν μικρό παιδί ακόμα πριν καν αρχίσω να καταλαβαίνω πραγματικά τι γίνεται στον κόσμο γύρω μου, έβλεπα σχεδόν κάθε Κυριακή μεσημέρι τον πατέρα μου τυλιγμένο στο χακί μπουφάν του να φεύγει για το γήπεδο.

Ακόμα και τις Κυριακές που δεν συνέβαινε αυτό διότι δεν υπήρχε εντός έδρας παιχνίδι στο Ηράκλειο, τον θυμάμαι να ξαπλώνει και ακούγοντας τα παιχνίδια της αγωνιστικής από το ραδιοφωνάκι, να αποκοιμιέται.

Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και μεγάλωνε μέσα μου αυτή η αίσθηση μυστηρίου και μαγείας γύρω από το τι ακριβώς συμβαίνει σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τι ήταν αυτό που τον γοήτευε τόσο πολύ ώστε όχι μόνο να θυσιάζει τα Κυριακάτικα μεσημέρια του με αυτόν τον τρόπο, αλλά και να το θεωρεί το καλύτερο συνοδευτικό για την σιέστα του. Ποιές εμπειρίες που είχε ζήσει στον χώρο αυτό λειτουργούσαν ως εφόδιο ώστε να αρκείται ακόμα και στο να γίνεται απλά αυτήκοος μάρτυς των τεκταινόμενων μέσω του ραδιοφώνου, έστω και υποσυνείδητα από ένα σημείο και μετά αφού η μετάδοση συνεχιζόταν καθόλη την διάρκεια του ύπνου του.

Κάποια στιγμή λοιπόν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και για μένα να ζήσω την πρώτη μου «γηπεδική» εμπειρία. Το μόνο θέμα ήταν σε ποιό παιχνίδι συγκεκριμένα θα έκανα το ντεμπούτο μου. Η επιλογή τελικά έγινε με την λογική ότι δεν πάμε σε παιχνίδια εναντίον των «μεγάλων» ομάδων καθότι ενέχουν κάποιο ρίσκο για την σωματική ακεραιότητα ενός παιδιού, αλλά να δούμε και ένα καλό ματς, όχι τίποτα κουλούς. Ο κύβος ερρίφθη λοιπόν και ένα όμορφο κυριακάτικο μεσημέρι ξεκινήσαμε για το «Γεντί Κουλέ» όπου ο ΟΦΗ θα αντιμετώπιζε την μεγάλη Λάρισα της εποχής. Ομαδάρα αλλά όπως και να το κάνουμε επαρχιακή, χωρίς φανατισμένο κοινό, άρα όλα τα μέτρα ασφαλείας είχαν ληφθεί.

Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση κατά την διάρκεια της διαδρομής από το αυτοκίνητο ως την είσοδο του γηπέδου ήταν το γεγονός ότι σχεδόν όλος ο κόσμος που κατευθυνόταν προς τα εκεί κρατούσε ένα παραλληλόγραμμο κομμάτι φελιζόλ στο χέρι. Με το φτωχό μου παιδικό μυαλό το θεώρησα ως ένα είδος γηπεδικής τσαχπινιάς, ένα είδος κοινής συνήθειας των φιλάθλων βρε παιδί μου, κάτι σαν τα κασκόλ και τα καπελάκια προκειμένου να ξεχωρίζουν, ή έστω ένα μέσο πανηγυρισμού. Εκ των υστέρων βεβαίως ανακάλυψα ότι τα πουλούσαν κάτι τύποι με τεράστιες σακούλες στον περιμετρικό χώρο του γηπέδου και χρησίμευαν προφανώς για προστασία από τις βρωμιές των κερκίδων μια και ακόμα δεν είχαν τοποθετηθεί καθίσματα. Φωτεινή εξαίρεση η μειοψηφία που ανήκε στην μπουρζουαζία των φιλάθλων οι οποίοι διέθεταν ειδικά μαξιλαράκια, πιθανότατα homemade εκ της συζύγου, με κάποιου είδους δερματίνη προκειμένου να μην παγώνει ο πισινός τους. Εν μέρει βεβαίως δικαιώθηκα στην αρχική μου εκτίμηση για χρήση των φελιζόλ ως μέσο πανηγυρισμού, μια και μετά το τέλος του παιχνιδιού η πλειοψηφία των φιλάθλων τα εκτόξευαν στον αέρα ως άλλοι απόφοιτοι αγγλικού πανεπιστημίου ή στρατιωτικής σχολής που πετούν τα καπέλα τους, δίνοντας μια επιπλέον πινελιά.

Αφού λοιπόν προμηθευτήκαμε τα εισιτήρια μας και εισερχόμενοι από την θύρα 4, εκεί υπέστην το πρώτο αρκετά σοβαρό πολιτισμικό σοκ. Η προβλεπόμενη διαδρομή ήταν να διασχίσουμε όλο τον χώρο κάτω από την κερκίδα προκειμένου να βγούμε στην μπροστινή πλευρά και να βρούμε τις σκάλες για επάνω. Την εποχή εκείνη βεβαίως, την αποεμπορευματοποιημένη και καθόλου μαρκετίστικη, οποιοσδήποτε χώρος του γηπέδου εκτός του αγωνιστικού χώρου δεν υπήρχε κανένας λόγος να έχει κάποιο ιδιαίτερο ύφος. Δεν υπήρχαν λοιπόν καντίνες, καφετέριες, καταστήματα ή μπουτίκ και μοντέρνες διακοσμήσεις όπως στα σύγχρονα γήπεδα παρά μόνο μπετόν, κολώνες και ντουβάρια. Δεν μπορεί βεβαίως να πει κανείς ότι δεν ήταν ευδιάκριτη μια πρωτοποριακή πολυχρηστικότητα του χώρου, μια και υπήρχαν τουαλέτες σε άριστη κατάσταση με όλους τους κανόνες υγιεινής να τηρούνται, ώστε να τις χρησιμοποιεί κάποιος μόνο αν ζοριζόταν τόσο πολύ επειδή ετοιμαζόταν την προηγούμενη ώρα για υπέρηχο κάτω κοιλίας. Σχεδόν εφαπτόμενη στα προαναφερθέντα αποχωρητήρια υπήρχε επίσης μια καντίνα-καρότσι που προετοίμαζε λαχταριστά σουβλάκια και λουκάνικα, ακαθορίστου προέλευσης και ποιότητας. Πιστή στην ρήση «απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση» ή «ο χρόνος είναι χρήμα», οι άνθρωποι της διοίκησης του ΟΦΗ τότε.

Προχωρώντας καταφέραμε να βρούμε ένα σημείο ανάμεσα στις κερκίδες και τον αγωνιστικό χώρο όπου θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τον αγώνα όρθιοι μια και δεν υπήρχε χώρος να καθίσουμε ούτε για δείγμα μια και το γήπεδο ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Η αλήθεια είναι ότι τα χρειάστηκα λιγάκι έχοντας στο μυαλό μου γιγαντωμένες τις ιστορίες που είχα ακούσει για τα γεγονότα της «Θύρας 7» πριν κάποια χρόνια, αλλά και κάποιες διηγήσεις του πατέρα για ένα περιστατικό που είχε βιώσει όταν μετά από ένα αγώνα στο Στάδιο Καραϊσκάκη και κατά την διάρκεια ενός τρομερού στριμώγματος στην υπόγεια διάβαση για τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, χρειάστηκε την παρέμβαση του αδερφού του, ο οποίος ως άλλος γίγαντας άνοιξε τα τεράστια χέρια του προκειμένου να δημιουργηθεί λίγος κενός χώρος και να μπορέσει να αναπνεύσει (Δεν ξέρω αν έγινε όντως έτσι. Εγώ έτσι το θυμάμαι. Ή έτσι θέλω να το θυμάμαι).

Για καλή μου θεωρητικά τύχη στις πρώτες σειρές ακριβώς από πάνω μας κάθονταν κάποιοι γνωστοί εργολάβοι, ελαιοχρωματιστές και λοιπές προοδευτικές δυνάμεις του κατασκευαστικού κλάδου, οι οποίοι με βόλεψαν κάπου ανάμεσα τους αφού ο πατέρας μου με έκανε πάσα σηκώνοντας με πάνω από κάτι κάγκελα. Εκεί βεβαίως βίωσα το “full pack experience”, αφού βρέθηκα ακριβώς στην καρδιά των γεγονότων. Εκεί που χτυπούσε ο παλμός του γηπέδου και της εξέδρας. Εκεί που παθιασμένοι ενήλικες φώναζαν σαν να τους κλέβουν και γκρίνιαζαν σαν μωρά όταν κάτι δεν τους άρεσε. Εκεί που παιδιά σχεδόν συνομήλικα μου και σίγουρα όχι τόσο άμαθα και άβγαλτα όσο εγώ, με άφησαν με ανοιχτό το στόμα μαθαίνοντας μου για πρώτη φορά για τα μπούτια του Κμίετσικ, τι κάνει η μάνα του Βαλαώρα και γιατί επέτρεπε κάποιος να νιώθει άσχημα ακούγοντας την προτροπή «να γυρίσει σπίτι του και να βρει τις παντόφλες του ζεστές» (μεταξύ μας και να μην βγει παραέξω γυρνώντας σπίτι μπορεί και να είπα στην μητέρα μου ότι δεν ξαναπατάω στο γήπεδο απ’ την ντροπή μου με όλα αυτά που άκουσα. Ευτυχώς δεν το έκανα πράξη.).

Θα ήθελα επίσης να ομολογήσω παρόλο που ξέρω ότι δεν με τιμά ιδιαιτέρως ότι για αρκετή ώρα και μέχρι να βρω τον τρόπο να ρωτήσω, περίμενα πότε με κάποιο μαγικό τρόπο θα άρχιζε να ακούγεται από κάπου η περιγραφή του αγώνα, για να ξέρουμε και τι βλέπουμε βρε αδερφέ. Πέραν της πλάκας βεβαίως, κάποια στιγμή το μαγικό έγινε, όταν ακούστηκε το κλικ και κάποιος άνοιξε το τρανζιστοράκι που κουβαλούσε και εκτός από το ότι ανακηρύχθηκε αμέσως στον «άρχοντα της εξέδρας», προσέφερε αφειδώς όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Ήταν το επίκεντρο καθώς όλοι τον βομβάρδιζαν με ερωτήσεις για άλλα ματς (ρε φίλε πόσο πάει ο Ολυμπιακός, το βαλε ο ΠΑΟ, κερδίζει η ΑΕΚ;), αλλά και για αυτό που παρακολουθούσαμε και κυρίως για τους σκόρερ μια και το τέρμα που ήταν μπροστά μας δεν το έβλεπαν αφού σηκωνόντουσαν συνεχώς οι μπροστινοί τους και άρχιζε το γνωστό «κάτω, κάτω», ενώ το απέναντι παραήταν μακριά για την μυωπία τους.

Πραγματικά δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω φανταστεί ότι η παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα θα μου μάθαινε τόσα πολλά νέα πράγματα όπως ότι τα χάρτινα καπέλα που φτιάχναμε από εφημερίδα μαζί με σπαθιά για να μονομαχούμε, θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα και σε ενήλικες για προστασία από τον ήλιο. Όπως το πόσο μεγάλες ποσότητες πασατέμπο μπορεί να καταναλώσει ένας άνθρωπος, τις οποίες μαρτυρούσαν τα βουνά υπολειμμάτων του ψημένου κολοκυθόσπορου στα πόδια των φιλάθλων που αποχωρούσαν. Όπως το ότι έπρεπε κάποια στιγμή να συμβιβαστώ με τις επισκέψεις στον οδοντίατρο αλλιώς δεν θα κατάφερνα ποτέ να δαγκώσω παστέλι, ή να ξαναγευτώ το υπέροχο μαντολάτο, τα οποία και αποτελούσαν τις λιχουδιές του γηπέδου.

Ειδική μνεία στο μεγάλο μυστήριο της ιστορίας για το παιδικό μυαλό μου. Στον λεγόμενο «σπαστό καφέ» ο οποίος καταναλώνονταν σε μεγάλες ποσότητες στο γήπεδο και όχι μόνο, και αποτέλεσε κάτι σαν τον πρόδρομο του Φραπέ. Πλαστικό ποτηράκι, το οποίο έπρεπε να πιεστεί επανειλημμένως καθώς το περιστρέφαμε για αρκετή ώρα στο χέρι μας, εν συνεχεία να χτυπηθεί και έτοιμο το λαχταριστό καφεδάκι. Νεροζούμι από τα λίγα, αλλά η διαδικασία με συνέπαιρνε τόσο που μην σου πω είχα αρχίσει να πιστεύω ότι απαιτείται γιατί ο καφές ψηνόταν μόνος του με αυτό τον τρόπο μέσα στο ποτηράκι. Τι να πω; Άβυσσος η ψυχή και το μυαλό του παιδιού!

 

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0 σχολιάστηκε):

Σχολιάστε το άρθρο comment
Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:
  • email Αποστολή σε φίλο
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Απλό κείμενο
5.00
Χαλκιαδάκης
Powered by IT Development